Κύριε Υπουργέ, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, με το σημερινό νομοσχέδιο αντιμετωπίζουμε, πράγματι, πέντε πολύ μεγάλα ζητήματα της δημοκρατικής οργάνωσης της πολιτείας μας και του κράτους: Τη διαδικασία αδειοδότησης των παρόχων περιεχομένου τηλεοπτικού σήματος, τη διασφάλιση παροχής ψηφιακού σήματος σε όλη την Ελλάδα -διότι το 2015 δεν έχουμε στην πατρίδα μας παντού ψηφιακό σήμα- τη λειτουργία με διαφανή και αποτελεσματικό τρόπο των τηλεπικοινωνιών αλλά και της αρμόδιας ρυθμιστικής αρχής –που, επίσης, έχει σοβαρά προβλήματα στην αποτελεσματική της λειτουργία- την ίδρυση του Συμβουλίου Επικοινωνιακής Πολιτικής αλλά και του Εθνικού Κέντρου Οπτικοακουστικών Μέσων και Ερευνών και, βέβαια, τη λειτουργία και δημιουργία του Μητρώου των διαδικτυακών μέσων ενημέρωσης και θα έλεγα σε έναν πολύ μεγάλο βαθμό την καταπολέμηση φαινομένων εργασιακού μεσαίωνα στην εργασία στο διαδίκτυο.

Συζητάμε ένα πολύ σημαντικό θέμα, λοιπόν, δημοκρατικής οργάνωσης της πολιτείας μας, μετά από τρεις μήνες δημόσιου διαλόγου για το θέμα και απορώ, βέβαια, με τις τοποθετήσεις που ακούγονται εδώ ότι δεν υπήρχε διάλογος. Υπήρχε δημόσια διαβούλευση και στο OpenGov για τουλάχιστον ένα μήνα για το συγκεκριμένο νομοσχέδιο. Υπήρξε έντονη συζήτηση την προεκλογική περίοδο και, βέβαια, το θέμα αυτό αποτέλεσε και βασική μας δέσμευση. Υπήρξε συζήτηση των πολιτικών αρχηγών εδώ στη Βουλή, κατά τη διάρκεια των Προγραμματικών Δηλώσεων και κατά την προηγούμενη εβδομάδα υπήρξε και αναγγελία από τον Πρωθυπουργό, αλλά και πρόσκληση του Αρχηγού της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης και του Αρχηγού του Ποταμιού να μπει το θέμα στη Βουλή. Άρα, με πλήρη ωριμότητα και με πλήρη διάλογο, ένα σημαντικό θέμα που δημιουργεί δημοκρατικό γεγονός στη χώρα μας, μπαίνει στη συζήτηση της Βουλής. Γιατί, όμως, είναι τόσο σημαντικό το ζήτημα;

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, έχουμε καταλάβει στη χώρα μας κάτι που το Σύνταγμα έγραφε, αλλά δεν ξέρω αν το είχαμε νιώσει. Ο τελευταίος πολίτης της χώρας μας ένιωσε ότι η ενημέρωση είναι ένα σημαντικό δημοκρατικό αγαθό και δεν είναι κάτι που πρέπει να το θεωρούμε δεδομένο ακόμα και σήμερα, το 2015. Διότι τα τελευταία είκοσι πέντε χρόνια ζήσαμε σημαντικές παραβιάσεις αυτού του δημοκρατικού αγαθού, ζήσαμε όλοι μας επιθέσεις αντί για ενημέρωση, τρομοκρατία αντί για ενημέρωση, χειραγώγηση αντί για ενημέρωση.

Η αξία της σημερινής μας συζήτησης είναι ότι έχουμε τη δυνατότητα, μόλις ένα μήνα μετά τις εκλογές και μετά από σημαντικό νομοθετικό έργο -την προηγούμενη εβδομάδα περάσαμε πολυνομοσχέδιο- να συζητήσουμε για ένα ζήτημα, το οποίο είναι ζήτημα συνταγματικού ενδιαφέροντος. Από το Σύνταγμα η εκπομπή τηλεοπτικού σήματος και η λειτουργία των ραδιοτηλεοπτικών σταθμών είναι ζήτημα δημοσίου ενδιαφέροντος και έχει επανειλημμένα απασχολήσει και την πολιτική ανάλυση και την κοινή γνώμη. Η συζήτησή μας ξεπερνά τα απλά θέματα ισονομίας των πολιτών που χαρακτηρίζουν την Αριστερά σε όλη την νομοθετική της λειτουργία. Γιατί η λειτουργία της τηλεόρασης και των καναλιών αφορά και στη γνώση, αφορά στον πολιτισμό, αφορά στην παιδεία, αφορά στην κουλτούρα, αφορά στο ήθος του λαού μας, αφορά ακόμα και στην εκπομπή της εικόνας του ελληνικού κράτους προς τον παγκόσμιο χώρο, προς όλη την υφήλιο.

Κατά την άποψη του ΣΥΡΙΖΑ, η ανατροπή του καθεστώτος της ανεξέλεγκτης λειτουργίας των τηλεοπτικών καναλιών και η εισαγωγή κανόνων δημοκρατικού, αποτελεσματικού ελέγχου στην τηλεοπτική εκπομπή ήταν ένα βασικό στοιχείο των προεκλογικών εξαγγελιών και των δεσμεύσεων. Θα έλεγα ότι είναι μεγάλη ικανοποίηση για την Κοινοβουλευτική Ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ, είναι καύχημα για εμάς το ότι τόσο σύντομα και τόσο αποτελεσματικά αυτό το νομοσχέδιο έρχεται για να γίνει νόμος του κράτους. Διότι, είναι ένα αναπόσπαστο στοιχείο της δημοκρατικής μεταρρύθμισης της χώρας μας, της δημοκρατικής ανασυγκρότησης της χώρας μας, γιατί η λειτουργία των καναλιών και η παρέμβαση της πολιτείας με διαφάνεια, με έλεγχο, με ισονομία στα κανάλια αποτελεί μια έμπρακτη απόδειξη ότι διακόπτουμε τη διαφθορά, διακόπτουμε τη διαπλοκή και ωθούμε το σύνολο της κοινωνίας και εμψυχώνουμε τον πολίτη να απεμπλακεί από τη μικροδιαφθορά και την εξάρτηση, να περπατά και να ζει ελεύθερα, να δουλεύει τίμια και να διεκδικεί τίμια τον ιδρώτα της δουλειάς του, να γίνεται πράξη στο βιος του και στην οικογένειά του.

Όλο αυτό το καθεστώς της διαπλοκής, της μεγάλης και μικρής εξάρτησης, από τα κανάλια μέχρι τον κάδο μπροστά από το σπίτι κάποιου, είχε οδηγήσει σε μία ταπείνωση του ήθους, της ελπίδας, του δίκιου στη χώρα μας και δημιουργούσε πολύ μεγάλη καθυστέρηση στην πραγματική παραγωγή προϊόντος, στην πραγματική πρόοδο, στην πραγματική ανάπτυξη.

Γι’ αυτούς τους λόγους έχει πολύ μεγαλύτερη σημασία να ανασυγκροτήσουμε την πολιτεία, να επαναφέρουμε τη δημοκρατία, γιατί η ανάπτυξη, η εργασία, η πρόοδος, το μέλλον και η δικαιοσύνη εξαρτώνται και από τη λειτουργία του πολιτεύματος και από τη λειτουργία της πολιτείας.

Όμως, ο χώρος των τηλεοπτικών συχνοτήτων και των εκπομπών, τα κανάλια, όπως τα ξέρει ο κόσμος, είχαν υποτιμηθεί –θα έλεγα εγώ- συνειδητά από τις πολιτικές ηγεσίες των τελευταίων χρόνων και είχαν βγει από την κουβέντα περί δημόσιου χώρου. Δεν θεωρούνταν τα κανάλια και η τηλεοπτική εκπομπή δημόσιος χώρος και δημόσιο αγαθό, παρότι το Σύνταγμα ξεκαθαρίζει ότι έχουν τέτοιο χαρακτήρα.

Βέβαια, αυτό ταίριαζε πάρα πολύ με τις μνημονιακές δεσμεύσεις που είχαν μέχρι τώρα τα κόμματα του δικομματισμού. Αποδιαρθρώνοντας όλες τις δομές λειτουργίας της κοινωνίας, της οικονομίας, της διοίκησης, του ελέγχου, της ποιότητας της ζωής μας, πολύ εύκολα χάριζαν τον χώρο των καναλιών στους συνεργάτες, στους μιντιάρχες, στους καναλάρχες, αλλά και στους δημοσιογράφους που υπηρετούσαν την ίδια κατεύθυνση, παραβιάζοντας τη δεοντολογία τους.

Ποια ήταν η κατάσταση; Είναι κρυφό ότι δεν υπήρχε καμία αδειοδότηση μέχρι τώρα; Είναι κρυφό ότι υπήρχαν ανεφάρμοστοι νόμοι από τα μέσα της δεκαετίας του ’90 μέχρι και τον νόμο του βασικού μετόχου; Είναι κρυφό ότι υπήρχε ένας φαύλος κύκλος εξαρτήσεων σε όλο αυτό το σύστημα της εξουσίας, η οποία ήταν η μισή πολιτική και η άλλη μισή η διαπλοκή των μίντια;

Πώς ξεκίνησε η ιστορία της ιδιωτικής τηλεόρασης; Ανοίξαμε ένα παράθυρο για να μπουν μέσα οι φίλοι μας. Τους κάναμε μια χάρη. Πολύ περίεργα ξαφνικά όλος ο χώρος αυτός κατελήφθη απ’ όλους αυτούς που είχαν συμφέρον στις μεγάλες συμβάσεις του κράτους και τα τηλεοπτικά μέσα ενημέρωσης έγιναν ιδιοκτησία των ενδιαφερομένων για τις δημόσιες συμβάσεις.

Ξαφνικά, η δύναμη που απέκτησε η ενημέρωση, το να μπαίνεις κάθε απόγευμα στο σαλόνι του οποιουδήποτε Έλληνα και να διαμορφώνεις τις συνθήκες της ζωής του και την κοινή γνώμη, ανέστρεψε την εξάρτηση και αντί να εξαρτώνται οι καναλάρχες από τους πολιτικούς που τους άνοιξαν την πόρτα, εξαρτώνταν οι πολιτικοί από τους καναλάρχες.

Ταυτόχρονα, οι ίδιοι οι ιδιοκτήτες των μέσων παραγωγής και των συμβάσεων, όλοι αυτοί οι κρατικοδίαιτοι –γιατί δεν αποτελούν έναν υγιή ανταγωνιστικό ιδιωτικό τομέα που μπορεί να ανταγωνιστεί και στην Ευρώπη ισότιμα τους υπόλοιπους επαγγελματίες, κάτι που θα θέλαμε για τη δική μας παραγωγική τάξη της χώρας μας- όλοι αυτοί οι κρατικοδίαιτοι πίεζαν και τους εργαζόμενους στα κανάλια, παραβιάζοντας δεοντολογία και συνειδήσεις, ώστε να υπηρετήσουν τον ίδιο σκοπό, της κατεύθυνσης, της καθοδήγησης, της ποδηγέτησης της κοινής γνώμης προς όφελος των ίδιων συμφερόντων. Μια αλληλεξάρτηση, λοιπόν, «κράτα με να σε κρατώ να ανεβούμε στο βουνό».

Όμως, δεν ανέβαιναν στο βουνό. Κατέβαζαν την Ελλάδα στον βάλτο, στον βούρκο. Κατέβαζαν τα πολιτικά στάνταρντ και τις πολιτικές αξίες, γιατί μόνο έτσι μπορούσαν να επιβιώσουν πολιτικά, να εκλέγονται κατεβάζοντας τα στάνταρντ με την μικροεξυπηρέτηση και το μικρορουσφέτι αλλά και τον τρόμο. Κάθε απόγευμα στα σπίτια όλων έμπαινε ο τρόμος.

Τι βλέπουμε να γίνεται τελευταία στο ίδιο περιβάλλον; Φορολογικές υποχρεώσεις δεν υπήρχαν. Με απόφαση ενός προσώπου παρατάθηκε για έναν χρόνο η υποχρέωση των φορολογικών υποχρεώσεων. Είναι στον εισαγγελέα το θέμα. Ένα πρόσωπο πήρε την απόφαση. Παραβίασε τον νόμο. Τα κανάλια δεν πληρώνουν φόρους. Πληρώνουν μήπως φόρους οι τηλεοπτικές διαφημίσεις; Όχι. Έπρεπε να έλθει η Κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ και των Ανεξάρτητων Ελλήνων για να πληρώσουν φόρους οι τηλεοπτικές διαφημίσεις.

Πληρώνουν μήπως τέλη εκπομπής; Στο δικαστήριο πήγαν απέναντι στην απόφαση του Υπουργού για να υποχρεωθούν να πληρώσουν τέλη εκπομπής. Τίποτα απ’ όλα αυτά δεν γινόταν στην Ελλάδα του 21ου αιώνα.

Μήπως τουλάχιστον τα λεφτά που εισέπρατταν πήγαιναν στους εργαζόμενους; Μεσαίωνας και στις συνθήκες εργασίας μέσα στα κανάλια, αλλά διαγωνισμός έγινε. Έτσι δεν μας είπε προηγουμένως η εκπρόσωπος της Νέας Δημοκρατίας;

Ας διαβάσω από τα Πρακτικά της Επιτροπής τι διαγωνισμός έγινε. Κατεβαίνει κάποιος σ’ έναν διαγωνισμό δημοπρασίας και βρίσκει απέναντί του ως ανταγωνιστή, ως πάροχο δικτύου, μία κοινοπραξία των έξι πελατών που έπρεπε να έχει. Οι πάροχοι περιεχομένου έκαναν την εταιρεία για να πάρουν τον διαγωνισμό του δικτύου. «Γιάννης κερνάει, Γιάννης πίνει».

Δεύτερον, εντός 89 ημερών ο νέος επενδυτής έπρεπε να κάνει ό,τι έκανε η DIGEA σε τέσσερα χρόνια και να ανταγωνιστεί τον διαγωνισμό.

Τρίτον, αν πήγαινε μόνο ένας στον διαγωνισμό, δεν έδινε έκπτωση. Έπαιρνε την τιμή εκκίνησης, αυτή που είχε καθορίσει το κράτος για να δώσει στο σύστημα το οποίο υπηρετούσε μέχρι τότε.

Επίσης, το Πολυτεχνείο και το Πανεπιστήμιο Πειραιά έκαναν μια μελέτη για διακόσια εβδομήντα πέντε σημεία εκπομπής. Μέσα σε δώδεκα μέρες τα διακόσια εβδομήντα πέντε σημεία εκπομπής που έπρεπε να εγκατασταθούν έγιναν εκατόν πενήντα έξι σημεία εκπομπής. Αυτός είναι ο διαγωνισμός, με έναν διαγωνιζόμενο που ήταν οι πάροχοι της εκπομπής. Ωραίος διαγωνισμός, καθαρός, όμορφος κόσμος ηθικός αγγελικά πλασμένος!

Και βέβαια μετά υποχρεώνουμε την τοπική αυτοδιοίκηση να πληρώνει την Digea, γιατί δεν βλέπουν ούτε τα χωριά του Νομού Θεσσαλονίκης, πόσο μάλλον των Κυκλάδων, του Έβρου, της Λακωνίας ή των Ιωαννίνων. Δεν βλέπουν τα σύνορα, δεν έχουν ψηφιακή πρόσβαση. Αυτό ήταν το αποτέλεσμα. Κανένας ανταγωνισμός, προνομιακοί όροι, δημόσιο κόστος εις βάρος του δημόσιου οφέλους.

Και βέβαια όλο αυτό συνδυάστηκε πολύ ωραία με το μαύρο της ΕΡΤ. Την κλείνουμε κιόλας την ΕΡΤ, γιατί μπορεί να μπει στον ανταγωνισμό. Μπορεί να μπει στον διαγωνισμό. Να μην έχει δικαίωμα να διαγωνιστεί ούτε καν τον ιδιωτικό τομέα. Αυτός είναι ο ωραίος ελεύθερος ανταγωνισμός του ιδιωτικού τομέα και της ελεύθερης αγοράς; Αυτός είναι; Αυτό είναι το όνειρο των οπαδών της ιδιωτικής οικονομίας;

Και βέβαια δεν μπορούμε να ξεχάσουμε το τι έγινε. Η Κυβέρνηση κατέστρεψε ένα κομμάτι του δημόσιου τομέα για να μην ανταγωνιστεί τον ιδιωτικό, ο οποίος επικύρωνε και πολλαπλασίαζε τη δική της εξουσία. Αυτό ακριβώς έγινε με το σκάνδαλο της ΕΡΤ και της Digea. Και είναι ένα σκάνδαλο το οποίο οφείλει να πάει και στις αρχές του νόμου, δεν μπορεί να παραμείνει μόνο στον πολιτικό διάλογο.

Γιατί συνεχίστηκε, αν θέλετε, το παιχνίδι. Συνεχίστηκε με τον εκφοβισμό των πολιτών στις εκλογές, με τον εκφοβισμό των πολιτών στο δημοψήφισμα, με το ότι πρέπει να φύγουμε από την χώρα μας. Πολλά παιδιά της Ελλάδας φύγανε γιατί τα κανάλια τρομοκρατούν κάθε βράδυ τους νέους επιστήμονες και τους πείθουν ότι δεν μπορούν να παράγουν στον τόπο τους.

Και πρέπει να επιστρέψουμε αυτήν την ελπίδα στον ελληνικό λαό. Και όλα αυτά πρέπει να αλλάξουν.

Να σας πω την αλήθεια την προηγούμενη εβδομάδα ακούγοντας τον αρχηγό της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης να καλεί στη συζήτηση για τα τηλεοπτικά κανάλια πίστευα ότι θα υπάρχει πρόταση συζήτησης για την ανάγκη αδειοδότησης.

Όμως, ακόμα δεν έχουμε καταλάβει. Προτείνει η Αξιωματική Αντιπολίτευση να μπει ένα πλαίσιο αδειοδότησης διαγωνισμού με τους δικούς της όρους; Και θα τους ακούσουμε τους δικούς της όρους. Προτείνει; Πρέπει να μπει πλαίσιο στη διαδικασία τηλεοπτικής εκπομπής; Να το ακούσουμε, αγαπητοί συνάδελφοι, και να ακούσουμε και τους όρους σας, γιατί αν θεωρείτε ότι υπάρχει πλαίσιο στη ζούγκλα του φαρ ουέστ της ελληνικής τηλεόρασης των είκοσι πέντε χρόνων της ανεξέλεγκτης λειτουργίας, τότε πολύ καλά έκανε ο ελληνικός λαός και σας έχει βάλει στο περιθώριο.

Διότι είναι συνταγματική υποχρέωση να υπάρχει αδειοδότηση. Είναι δημοκρατική υποχρέωση. Το έχει αποφασίσει το Συμβούλιο της Επικρατείας από το ’97. Υλοποιούμε αποφάσεις του ΣτΕ από το 1997. Και ταυτόχρονα εξασφαλίζουμε κάτι πάρα πολύ απλό: Ότι οι Έλληνες πολίτες στην περιφέρεια, στα σύνορα μπορούν να βλέπουν τηλεόραση, μπορούν να έχουν ενημέρωση. Γιατί αποκλείεται η ελληνική περιφέρεια, η δυνατότητα της αποκέντρωσης, της περιφερειακής δημοκρατίας εξαιτίας του συστήματος διαπλοκής και συμφωνίας με τους καναλάρχες που εγκαταστήσατε.

Αυτό ήταν το καθεστώς αναρχίας. Εδώ και είκοσι πέντε χρόνια αυτό συνέβαινε. Και αυτό αν θέλετε ήταν το δημοκρατικό δικαίωμα. Στο Μονοπήγαδο της Θεσσαλονίκης, Β΄ Περιφέρεια Θεσσαλονίκης, δεν πιάνουν ψηφιακό κανάλι. Αλλά και στη Φολέγανδρο, την πατρίδα της μητέρας μου, δεν πιάνουν ψηφιακό κανάλι. Στη Γαύδο ξέρω ότι δεν πιάνουν ψηφιακό κανάλι, αλλά και στα Τζουμέρκα μου είπε άλλος συνάδελφος ότι δεν πιάνουν ψηφιακό κανάλι. Αυτή είναι η δημοκρατία που έχουμε σήμερα!

Με τη δική μας πρόταση, αγαπητοί συνάδελφοι, ενισχύεται η λειτουργία των αρχών -των ανεξάρτητων και ρυθμιστικών- και όλοι γίνονται υπεύθυνοι των πράξεων του. Κανείς δεν είναι άμοιρος ελέγχου. Όλοι πρέπει να απολογούμαστε και όλοι πρέπει να εξεταζόμαστε με διαφάνεια.

Γίνεται μια πλήρης διάκριση του παρόχου περιεχομένου και του παρόχου δικτύου. Υπάρχουν διαδικαστικές και ουσιαστικές εγγυήσεις για ένα σύγχρονο κράτος δικαίου. Υπάρχουν κωλύματα πλέον και ασυμβίβαστα, γιατί αυτό επιβάλλει ο συνταγματικός νομοθέτης. Και υπάρχει μια αποφυγή της μονοπωλιακής εκμετάλλευσης αλλά και της χειραγώγησης.

Τρία πράγματα θα ήθελα να πω στο τελευταίο λεπτό. Η απασχόληση των επαγγελματιών του χώρου της τηλεόρασης, τα επαγγελματικά δικαιώματα μας ενδιαφέρουν. Θέλουμε να τα περιφρουρήσουμε, να τα οργανώσουμε και να τα εξασφαλίσουμε.

Δεύτερον η περιφερειακή λειτουργία της τηλεόρασης. Τα περιφερειακά κανάλια δεν είναι μονοπωλιακή λειτουργία, δεν είναι οικονομικές μορφές του ανταγωνισμού, της διαπλοκής και των συμφερόντων. Πρέπει να υπάρχουν ρυθμίσεις που να επιτρέπουν τη φωνή στην περιφέρεια, την ανάσα στην περιφέρεια αλλά και την εργασία των δημοσιογράφων και των τεχνικών στην περιφέρεια.

Και τρίτο ζήτημα είναι η δημοτική τηλεόραση.

Θα πρέπει να υπάρχουν ρυθμίσεις, να υπάρχουν παρεμβάσεις, ώστε να εξασφαλιστεί ότι αυτή η μορφή της δημοκρατίας, η τοπική αυτοδιοίκηση, να έχει τη δυνατότητα, όπως και το κράτος, όπως και το κρατικό κανάλι, να εκπέμπει, να πληροφορεί, να τροφοδοτεί την τοπική ανάπτυξη και να μην υπόκειται στους κανόνες της οικονομίας και του στυγνού κέρδους.

Εμείς, κύριε Αυγενάκη -δεν είστε, βέβαια, εδώ- επειδή βάλατε ένα ερώτημα «Πού είμαστε;», αναλάβαμε την ευθύνη. Όταν εσείς φεύγατε από τα Συμβούλια Κορυφής το 2014, γιατί ήσασταν τα «μαύρα πρόβατα» της Ευρώπης, ξέραμε ότι θα έρθει ο κλήρος σε εμάς. Δεν φοβηθήκαμε την ευθύνη και την αναλάβαμε. Και στο δημοψήφισμα μιλήσαμε ξεκάθαρα και τη συμφωνία την κάναμε προς όφελος της χώρας.

Εσείς μια φορά δεν αναλάβατε την ευθύνη το Δεκέμβρη του 2014, δυο φορές ψηφίσατε το καλοκαίρι και τώρα δεν θυμάστε τι ψηφίσατε, αλλά και τρεις φορές σήμερα δεν αναλαμβάνετε την ευθύνη να συγκρουστείτε με το παλιό παρελθόν σας. Δεν αναλαμβάνετε την ευθύνη να συγκρουστείτε με τη διαπλοκή που εκθρέψατε τόσα χρόνια.

Εμείς έναν όρο βάζουμε για να συνθέσουμε εδώ σε αυτή την Αίθουσα: ό,τι σχεδιάσουμε να είναι διάφανο, να είναι δίκαιο, να είναι πολυφωνικό, να έχει αποκέντρωση και να έχει αποτελεσματικότητα.

Η καταψήφιση του νομοσχεδίου, κατά την άποψή μας, ίσως να σημαίνει ότι κάποιοι δεν ξεχάσαμε το μαύρο της ΕΡΤ, συνεχίζουνε στον ίδιο δρόμο. Εμείς μετά την αποκατάσταση της λειτουργίας της ΕΡΤ, θα βάλουμε πλάτη για να καθαρίσουμε και το τηλεοπτικό τοπίο. Έχουμε αποφασίσει ότι αυτός ο τόπος πρέπει να αλλάξει. Έχουμε αποφασίσει ότι κανείς δεν μπορεί να διεκδικήσει να είναι πιο ίσος από τον άλλο. Πρέπει ο κάθε πολίτης να αισθάνεται ίσος με τον κάθε καναλάρχη, τον κάθε Βουλευτή, τον κάθε επιχειρηματία.

Η διαφάνεια στην πολιτική αλλά και η δημοκρατική οργάνωση της πολιτείας μας θα τροφοδοτήσει και την οικονομία και την ανάπτυξη και το μέλλον. Γι’ αυτό τον λόγο υπερψηφίζουμε και υποστηρίζουμε το νομοσχέδιο για τα κανάλια.

Σας ευχαριστώ.

Παρακολουθείστε την ομιλία εδώ

Print Friendly, PDF & Email