«Οι κυβερνητικές επιλογές τα τελευταία 2,5 χρόνια μάς απομακρύνουν από τις βαθύτατες μεταρρυθμίσεις που έχει ανάγκη η Ελλάδα για να προχωρήσει στην κλιματική ουδετερότητα και αδυνατίζουν τη θέση της Ελλάδας στον παγκόσμιο ανταγωνισμό. Όλοι γνωρίζουμε ότι η πραγματική ανάπτυξη και η πράσινη μετάβαση δεν επιτυγχάνονται με προχειρότητες και επικοινωνιακά πυροτεχνήματα, ούτε φυσικά με μία αδύναμη πολιτεία, με ολιγοπώλια και τακτοποιήσεις ημετέρων», σημειώνει ο τομεάρχης Περιβάλλοντος και Ενέργειας και βουλευτής Β’ Θεσσαλονίκης του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, Σωκράτης Φάμελλος, με άρθρο του που δημοσιεύεται σε ένθετο της «Onevoice» για την Αειφόρο Ανάπτυξη.

Προσθέτει πως η ενεργειακή πολιτική της κυβέρνησης Μητσοτάκη δεν στερείται μόνο σχεδίου, αλλά περιλαμβάνει όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που οδήγησαν την Ελλάδα στη χρεωκοπία, στην κρίση που έφερε τα μνημόνια και την ύφεση και σε όλα αυτά που θέλουμε να αφήσουμε πίσω μας και αναφέρει συγκεκριμένα παραδείγματα:

Τον κλιματικό νόμο που έχει καθυστερήσει αλλά και στερείται ουσιαστικού περιεχομένου, δε συζητάει για νέο παραγωγικό πρότυπο, ενώ η κοινωνική συμμετοχή και διαβούλευση είναι ανύπαρκτη.

Την απολιγνιτοποίηση που είναι ένα ακόμα deal της κυβέρνησης Μητσοτάκη και δε συνδέεται με τη μετάβαση σε καθαρές μορφές ενέργειας. Μία προσχηματική εξαγγελία που έχει ήδη φέρει ανεργία και απόγνωση στις λιγνιτικές περιοχές αλλά και δέσμευση της Ελλάδας στο φυσικό αέριο για δεκαετίες.

Τη δήθεν απλοποίηση της αδειοδότησης έργων ΑΠΕ, με τον περιβαλλοντοκτόνο νόμο 4685/2020, που οδήγησε σε υπερθέρμανση και αλαλούμ καθώς και σε έντονες τοπικές αντιθέσεις κατά των ΑΠΕ, ενώ ταυτόχρονα η κυβέρνηση έχει ναρκοθετήσει τις ενεργειακές κοινότητες και τον πλουραλισμό στην παραγωγή ενέργειας, που θα μείωναν το ενεργειακό κόστος της τοπικής κοινωνίας και θα πρόσφεραν την απαιτούμενη  συναίνεση στις χωροθετήσεις έργων ΑΠΕ στην περιφέρεια.

Ο Σ.Φάμελλος στέκεται επίσης στο κόστος ενέργειας: «Το ράλι ακρίβειας αποκτά μόνιμα χαρακτηριστικά και αμφισβητεί την πρόσβαση νοικοκυριών και επιχειρήσεων στην ενέργεια. Η κυβέρνηση δεν μπορεί να κρυφτεί πίσω από τη διεθνή συγκυρία, εφόσον οι «πρωτιές» της Ελλάδας στη χονδρική τιμή ηλεκτρικής ενέργειας στην Ευρώπη έχουν την υπογραφή της. Δική της επιλογή ήταν οι αυξήσεις 15%-20% στα τιμολόγια της ΔΕΗ τον Σεπτέμβριο του 2021, η αισχροκέρδεια και η χειραγώγηση τιμών με συμμετοχή της ΔΕΗ εις βάρος όλων των καταναλωτών, η έλλειψη διμερών/προθεσμιακών συμβολαίων για αντιστάθμιση κινδύνου και τα κέρδη εκατοντάδων εκατομμυρίων για λίγους στην αγορά εξισορρόπησης. Έχουμε μία ρηχή και ανώριμη αγορά ηλεκτρικής ενέργειας ολιγοπωλίων, χωρίς ρύθμιση και έλεγχο από τις υπεύθυνες ρυθμιστικές αρχές (ΡΑΕ και Ανταγωνισμού) που θα έπρεπε να λειτουργούν πραγματικά ανεξάρτητα».

«Είναι προφανές ότι τα ελλείμματα στην ενεργειακή και στην κλιματική πολιτική διακυβεύουν το μέλλον της Ελλάδας. Για το λόγο αυτό ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ θέτει την αναγκαιότητα ανατροπής αυτής της κυβέρνησης για μία προοδευτική διακυβέρνηση που θα στηρίξει το μέλλον της χώρας», τονίζει κλείνοντας.

Ακολουθεί το πλήρες άρθρο όπως δημοσιεύεται:

Η πράσινη μετάβαση απαιτεί μεταρρυθμίσεις και όχι επικοινωνιακά πυροτεχνήματα

Ο στόχος και η πρόκληση της κλιματικής ουδετερότητας, ακόμα και νωρίτερα από το 2050, αποτελεί όρο βιωσιμότητας της ελληνικής κοινωνίας και οικονομίας.

Ο στόχος αυτός απαιτεί βαθύτατες μεταρρυθμίσεις, αλλαγή παραγωγικού και καταναλωτικού μοντέλου, στιβαρό σχέδιο ανάπτυξης, ξεκάθαρους κανόνες, αλλαγή χρηματοδοτικών εργαλείων και πρόσβαση όλων των οικονομικών παραγωγών σε πόρους. Απαιτεί όμως και εξασφάλιση ότι καμία κοινωνική ομάδα δεν θα μείνει πίσω και δεν θα αμφισβητηθεί η καθολική πρόσβαση στα βασικά αγαθά.

Τα τελευταία 2,5 χρόνια οι κυβερνητικές επιλογές μάς απομακρύνουν από αυτούς τους στόχους και αδυνατίζουν τη θέση της Ελλάδας στον παγκόσμιο ανταγωνισμό. Όλοι γνωρίζουμε ότι η πραγματική ανάπτυξη και η πράσινη μετάβαση δεν επιτυγχάνονται με προχειρότητες και επικοινωνιακά πυροτεχνήματα, ούτε φυσικά με μία αδύναμη πολιτεία, με ολιγοπώλια και τακτοποιήσεις ημετέρων.

Το Ταμείο Ανάκαμψης, που θα μπορούσε να λειτουργήσει ως σημαντικό εργαλείο για τη μετάβαση και μία μεγάλη ευκαιρία της Ελλάδας, αφήνει απ’ έξω τη μικρομεσαία επιχειρηματικότητα, δε συνδέεται με καίριους τομείς όπως είναι η κυκλική οικονομία και η περιβαλλοντική βιομηχανία και ήδη παρουσιάζει κρίσιμες καθυστερήσεις.

Είναι ξεκάθαρο επιπλέον ότι, χωρίς πρόσβαση στο αγαθό της ενέργειας σε προσιτές τιμές για νοικοκυριά και επιχειρήσεις, δεν μπορεί να υπάρξει καμία ανάπτυξη και καμία μετάβαση. Αντίθετα, η ακρίβεια δημιουργεί τον κίνδυνο ανάδυσης κοινωνικών αντιθέσεων και συγκρούσεων που θα μπορούσαν να αναστείλουν και να αμφισβητήσουν τη μετάβαση. Η κρίση ακρίβειας, αμφισβητεί τη βιωσιμότητα των νοικοκυριών και των παραγωγικών δυνάμεων της χώρας. Οι λογαριασμοί ρεύματος, φυσικού αερίου και καυσίμων προκαλούν ηλεκτροσόκ στους καταναλωτές και έχουν αυξήσει την ενεργειακή φτώχεια.

Η ενεργειακή πολιτική της κυβέρνησης Μητσοτάκη δεν στερείται μόνο σχεδίου, αλλά περιλαμβάνει όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που οδήγησαν την Ελλάδα στη χρεωκοπία, στην κρίση που έφερε τα μνημόνια και την ύφεση και σε όλα αυτά που θέλουμε να αφήσουμε πίσω μας. Ας δούμε κάποια συγκεκριμένα παραδείγματα:

Κλιματικός Νόμος

Ήδη η κυβέρνηση έχει καθυστερήσει πολύ ως προς τις χρονικές της δεσμεύσεις για τη θέσπιση του νόμου. Η κυβέρνηση στερείται ουσιαστικού περιεχομένου ενώ δεν υπάρχει Σχέδιο για την ενέργεια και το κλίμα με ορίζοντα το 2030. Πέρα από τις επικοινωνιακές φωτοβολίδες, οι παραγωγοί δεν γνωρίζουν υποχρεώσεις και εργαλεία, δε συζητείται το νέο παραγωγικό πρότυπο, ενώ η κοινωνική συμμετοχή και διαβούλευση είναι ανύπαρκτη. Η μείζονα αλλαγή των επόμενων 30χρόνων δεν απασχολεί κανέναν και καμία.

Απολιγνιτοποίηση

Η αλλαγή της ηλεκτροπαραγωγής δεν συνδέεται με τη μετάβαση σε καθαρές μορφές ενέργειας , αλλά αποτελεί ένα ακόμα deal της κυβέρνησης Μητσοτάκη: Να κλείσουν δηλαδή οι λιγνιτικές μονάδες της ΔΕΗ για να αντικατασταθούν με ιδιωτικές μονάδες ορυκτού, εισαγόμενου και πολύ ακριβού πλέον φυσικού αερίου. Η προσχηματική εξαγγελία στον ΟΗΕ έχει ήδη φέρει ανεργία και απόγνωση στις λιγνιτικές περιοχές αλλά και δέσμευση της Ελλάδας στο φυσικό αέριο για δεκαετίες. Η πρόσφατη έκθεση της ΕΕ δείχνει αύξηση κατανάλωσης αερίου στην Ελλάδα κατά 12% το Γ’ τρίμηνο 2021, ενώ στην Ευρώπη μειώθηκε κατά 10%. Επιπλέον στην ηλεκτροπαραγωγή το μερίδιο του φυσικού αερίου στην Ολλανδία μειώθηκε κατά 49%, στη Γαλλία κατά 46%, ενώ στην Ελλάδα αυξήθηκε κατά 24%!

Απλοποίηση αδειών ΑΠΕ

Ο περιβαλλοντοκτόνος Ν.4685/2020 αντί για απλοποίηση της αδειοδότησης έργων ΑΠΕ οδήγησε σε υπερθέρμανση και αλαλούμ καθώς και σε έντονες τοπικές αντιθέσεις κατά των ΑΠΕ, με ευθύνη της ΝΔ, κάτι που πιθανώς θα συνεχιστεί και με τα υπεράκτια αιολικά. Από την άλλη, η κυβέρνηση έχει ναρκοθετήσει τις ενεργειακές κοινότητες και τον πλουραλισμό στην παραγωγή ενέργειας, που θα μείωναν το ενεργειακό κόστος της τοπικής κοινωνίας και θα πρόσφεραν την απαιτούμενη  συναίνεση στις χωροθετήσεις έργων ΑΠΕ στην περιφέρεια.

Κόστος ενέργειας

Το ράλι ακρίβειας αποκτά μόνιμα χαρακτηριστικά και αμφισβητεί την πρόσβαση νοικοκυριών και επιχειρήσεων στην ενέργεια. Η κυβέρνηση δεν μπορεί να κρυφτεί πίσω από τη διεθνή συγκυρία, εφόσον οι «πρωτιές» της Ελλάδας στη χονδρική τιμή ηλεκτρικής ενέργειας στην Ευρώπη έχουν την υπογραφή της. Δική της επιλογή ήταν οι αυξήσεις 15%-20% στα τιμολόγια της ΔΕΗ τον Σεπτέμβριο του 2021, η αισχροκέρδεια και η χειραγώγηση τιμών με συμμετοχή της ΔΕΗ εις βάρος όλων των καταναλωτών, η έλλειψη διμερών/προθεσμιακών συμβολαίων για αντιστάθμιση κινδύνου και τα κέρδη εκατοντάδων εκατομμυρίων για λίγους στην αγορά εξισορρόπησης. Έχουμε μία ρηχή και ανώριμη αγορά ηλεκτρικής ενέργειας ολιγοπωλίων, χωρίς ρύθμιση και έλεγχο από τις υπεύθυνες ρυθμιστικές αρχές (ΡΑΕ και Ανταγωνισμού) που θα έπρεπε να λειτουργούν πραγματικά ανεξάρτητα.

Είναι προφανές ότι τα ελλείμματα στην ενεργειακή και στην κλιματική πολιτική διακυβεύουν το μέλλον της Ελλάδας. Για το λόγο αυτό ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ θέτει την αναγκαιότητα ανατροπής αυτής της κυβέρνησης για μία προοδευτική διακυβέρνηση που θα στηρίξει το μέλλον της χώρας.

Print Friendly, PDF & Email