Το ιδιαιτέρως δυσμενές πλαίσιο που έχει διαμορφωθεί στην ενεργειακή στρατηγική της χώρας μας, με ευθύνη της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας, αλλά και την υποτίμηση και καθυστέρηση μεταρρυθμίσεων όπως είναι η μετάβαση σε μία κλιματικά ουδέτερη οικονομία το 2050, το “Fit for 55” με ορίζοντα το 2030 και ο κλιματικός νόμος, σημειώνει ο τομεάρχης Περιβάλλοντος και Ενέργειας του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, Σωκράτης Φάμελλος, σε άρθρο του στο πλαίσιο αφιερώματος του energypress για τις προκλήσεις, τους φόβους και τις προσδοκίες ενόψει του 2022.

«Η Ελλάδα καταγράφει πολλαπλές πρωτιές στην ακρίβεια στο ρεύμα, έχοντας «στεφθεί» πρωταθλήτρια Ευρώπης τον Αύγουστο και τον Νοέμβριο, ενώ «σκοράρει» πλέον -καθώς κλείνει το έτος- στο βάθρο των τριών πρώτων χωρών σε ακρίβεια για όλο το 2021. Οι «πρωτιές» αυτές αντανακλώνται εδώ και μήνες στους λογαριασμούς που λαμβάνουν οι πολίτες, οι επιχειρήσεις, οι αγρότες, οι βιομηχανίες, οι Δημοτικές Επιχειρήσεις Ύδρευσης και Αποχέτευσης, δυναμιτίζοντας τόσο την προσπάθεια ανάκαμψης όσο και την επιβίωση της ελληνικής κοινωνίας και οικονομίας», υπογραμμίζει στη συνέχεια.

Στέκεται στα ενδογενή αίτια της κρίσης ακρίβειας στην ενέργεια που, όπως αναφέρει, εκκινούν με την ανάληψη της διακυβέρνησης της Ελλάδας από τη Νέα Δημοκρατία. Την 15-20 % αύξηση στα τιμολόγια της ΔΕΗ, τον Σεπτέμβριο του 2019, που «εξανέμισε» και τη μείωση του ΦΠΑ στην ενέργεια που είχε θεσπίσει η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, την ανοχή, εκ μέρους της κυβέρνησης, φαινομένων αισχροκέρδειας στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας το μεγαλύτερο μέρος του 2020, καθώς και τη λειτουργία του Target Model χωρίς ετοιμότητα και επάρκεια, χωρίς μηχανισμούς αντιστάθμισης κινδύνου ενώ συνεχίζουν, ακόμη και σήμερα, καταγγελίες της ενεργοβόρου βιομηχανίας (ΕΒΙΚΕΝ) για χειραγώγηση τιμών και ολιγοπωλιακή αγορά, πρακτικά για λειτουργία καρτέλ στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, με συμμετοχή της μέχρι πρότινος Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού που η κυβέρνηση επέλεξε να παραδώσει σε ιδιώτες εν μέσω ενεργειακής κρίσης.

«Η ΝΔ υποτιμά ότι, μπροστά στην ακραία ακρίβεια στην ενέργεια, οι πολίτες μπορεί να στραφούν εναντίον της πράσινης μετάβασης. Όπως το ίδιο συμβαίνει και με την ψευδεπίγραφη απλοποίηση της αδειοδότησης των ΑΠΕ που έχει οδηγήσει σε υπερθέρμανση, «μπάχαλο» στην αγορά, συγκρούσεις με τις τοπικές κοινωνίες και κίνδυνο νέου ολιγοπωλίου, ενώ η κυβέρνηση έχει επιλέξει να βάλει στον πάγο τις Ενεργειακές Κοινότητες», τονίζει.

Ο Σ.Φάμελλος δηλώνει τέλος: «Χρειάζεται μια μεγάλη πολιτική στροφή. Για να μη χάσει η Ελλάδα το τρένο της κλιματικής ουδετερότητας, έτσι ώστε η μετάβαση να γίνει δίκαια και χωρίς να μεγαλώσει τις ανισότητες και άρα και τον κίνδυνο κοινωνικών συγκρούσεων. Η πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ για τη μετάβαση θέτει ως βασικά εργαλεία τον πλουραλισμό στην παραγωγή ενέργειας και την ασφάλεια δικαίου που αποτελούν τα εχέγγυα για την παραγωγική ανασυγκρότηση της Ελλάδας, στην οποία καλεί ο νέος κλιματικός ανταγωνισμός. Ο ΣΥΡΙΖΑ, ως κυβέρνηση, απέδειξε ότι μπορεί να αντιμετωπίσει επιτυχώς μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις που έχει βιώσει η χώρα μας. Για το λόγο αυτό, προτείνει μία προοδευτική διακυβέρνηση που μπορεί να αντιμετωπίσει μαζί με την κοινωνία τις κρίσεις που έχουμε μπροστά μας».

Ακολουθεί το πλήρες άρθρο όπως δημοσιεύτηκε:

Να μην επιτρέψουμε και το 2022 να είναι χρονιά πολλαπλών κρίσεων για την Ελλάδα

Υπό κανονικές συνθήκες, η αρχή του έτους θα έβρισκε τον ενεργειακό τομέα στην Ελλάδα μπροστά σε μεγάλα καθήκοντα και ριζικές μεταρρυθμίσεις: Στο μετασχηματισμό του ενεργειακού μας συστήματος ώστε να μεταβούμε σε μία κλιματικά ουδέτερη οικονομία το 2050, αλλά και ώστε το ΕΣΕΚ να καλύψει τους στόχους της ευρωπαϊκής πολιτικής “Fit for 55”, για τη μείωση δηλαδή των εκπομπών μας κατά 55% έως το 2030. Προτεραιότητα θα έπρεπε ακόμη να είναι η πράσινη επανάσταση που οφείλει να οδηγεί ο κλιματικός νόμος που θα έπρεπε να είχε εμπλέξει όλη την κοινωνία και τους παραγωγικούς και αυτοδιοικητικούς φορείς.

Όμως, αντί να συζητάμε για αυτό τον τεράστιο και δύσκολο μετασχηματισμό της κοινωνίας και της οικονομίας, το ιδιαιτέρως δυσμενές πλαίσιο που έχει διαμορφωθεί στη χώρα, με ευθύνη της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας, μας υποχρεώνει σε άλλες προτεραιότητες.

Σήμερα, η Ελλάδα βιώνει κρίση στον τομέα της υγείας με διπλάσιο μέσο όρο θυμάτων της πανδημίας από την Ευρώπη, παρότι η κυβέρνηση έχει κηρύξει δύο και τρεις φορές λήξασα την πανδημία, και πρωτοφανή κρίση ακρίβειας στα βασικά καταναλωτικά αγαθά, όσο και να την αρνούνται οι υπουργοί της κυβέρνησης. Ειδικά το ράλι τιμών ενέργειας απειλεί ξεκάθαρα τη βιωσιμότητα των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων και συνολικά την ελληνική οικονομία.

Σε αυτές τις κρίσεις, προστίθεται η κλιματική κρίση, η οποία κάνει όλη και πιο έντονη την παρουσία της ειδικά στη χώρα μας, με έντονα πλημμυρικά φαινόμενα, ξηρασίες αλλά και με την τεράστια καταστροφή το καλοκαίρι του 2021 που άφησε 1,5 εκατομμύριο στρέμματα δασικής έκτασης καμένα.

Καθίσταται συνεπώς αδιαμφισβήτητη η ανάγκη ενός σχεδίου μετάβασης στην κλιματική ουδετερότητα χωρίς κανείς και καμία να μη μείνει πίσω, αλλά και χωρίς η Ελλάδα να μείνει πίσω.

Για το λόγο αυτό, ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ ξεκαθαρίζει ότι η μόνη ρεαλιστική πρόταση μετάβασης είναι αυτή που θα γίνει με δικαιοσύνη και δημοκρατία και θα διασφαλίζει αφενός την πρόσβαση των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων στην ενέργεια σε προσιτές τιμές και αφετέρου την ασφάλεια εφοδιασμού και την επάρκεια του ενεργειακού μας συστήματος.

Ποια είναι όμως η κατάσταση σήμερα

Η Ελλάδα καταγράφει πολλαπλές πρωτιές στην ακρίβεια στο ρεύμα, έχοντας «στεφθεί» πρωταθλήτρια Ευρώπης τον Αύγουστο και τον Νοέμβριο, ενώ «σκοράρει» πλέον -καθώς κλείνει το έτος- στο βάθρο των τριών πρώτων χωρών σε ακρίβεια για όλο το 2021. Οι «πρωτιές» αυτές αντανακλώνται εδώ και μήνες στους λογαριασμούς που λαμβάνουν οι πολίτες, οι επιχειρήσεις, οι αγρότες, οι βιομηχανίες, οι Δημοτικές Επιχειρήσεις Ύδρευσης και Αποχέτευσης, δυναμιτίζοντας τόσο την προσπάθεια ανάκαμψης όσο και την επιβίωση της ελληνικής κοινωνίας και οικονομίας.

Οι πρόσθετες επιβαρύνσεις που φτάνουν, σε πολλές περιπτώσεις, ακόμη και τρεις φορές πάνω από τις χρεώσεις των καταναλώσεων, δεν είναι μόνο αποτέλεσμα της ευρωπαϊκής ενεργειακής κρίσης.

Τα ενδογενή αίτια της κρίσης ακρίβειας στην ενέργεια, και ειδικά στο ρεύμα, όσο και να προσπαθεί να τα αρνηθεί η παρούσα κυβέρνηση, εκκινούν με την ανάληψη της διακυβέρνησης της Ελλάδας από τη Νέα Δημοκρατία.

Πρώτη πράξη ήταν η αύξηση 15-20 % στα τιμολόγια της ΔΕΗ, τον Σεπτέμβριο του 2019, που «εξανέμισαν» και τη μείωση του ΦΠΑ στην ενέργεια που είχε θεσπίσει η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, ενώ ακολούθησε η ανοχή, εκ μέρους της κυβέρνησης, φαινομένων αισχροκέρδειας στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας το μεγαλύτερο μέρος του 2020, όταν οι προμηθευτές -συμπεριλαμβανομένης της ΔΕΗ- έφτασαν να πωλούν ακόμη και τέσσερις φορές πάνω από την Οριακή Τιμή Συστήματος.

Μισή μεταρρύθμιση ισούται με καμία μεταρρύθμιση

Η εκκίνηση λειτουργίας του Target Model έγινε χωρίς ετοιμότητα και επάρκεια, παρά τις προειδοποιήσεις μας. Ενώ ο τότε Υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Κ. Χατζηδάκης, επικαλούνταν τον ανταγωνισμό, το άδικο κόστος στην αγορά εξισορρόπησης ξεπέρασε τα 100 εκατομμύρια σε ένα μήνα, με το κόστος την πέμπτη (5η) εβδομάδα εφαρμογής του να εκτινάσσεται από τα 19,74 ευρώ/MWh στα 41,79 ευρώ/MWh, ενώ χωρίς καμία ρυθμιστικού ή άλλου χαρακτήρα παρέμβαση την επόμενη εβδομάδα (6η εβδομάδα) να πέφτει στα 8,48 ευρώ/MWh.

Οι ανακοινώσεις περί υγιούς ανταγωνισμού και αποτελεσματικότητας της αγοράς, από την κυβέρνηση ΝΔ, αποδομήθηκαν από τις συνεχιζόμενες μέχρι και σήμερα καταγγελίες της ενεργοβόρου βιομηχανίας (ΕΒΙΚΕΝ) για χειραγώγηση τιμών και ολιγοπωλιακή αγορά, πρακτικά για λειτουργία καρτέλ στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, με συμμετοχή της μέχρι πρότινος Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού που η κυβέρνηση επέλεξε να παραδώσει σε ιδιώτες εν μέσω ενεργειακής κρίσης.

Η κυβέρνηση ακύρωσε στην πράξη τη μεταρρύθμιση του Target Model, αφού εδώ και πάνω από ένα έτος πλέον λειτουργεί χωρίς μηχανισμούς αντιστάθμισης κινδύνου (εργαλεία hedging), όπως είναι για παράδειγμα τα διμερή και τα προθεσμιακά συμβόλαια. Ως αποτέλεσμα, οι αυξήσεις στην προημερήσια αγορά αποτυπώνονται πλήρως στη λιανική όταν, σε άλλες χώρες όπου αυτοί οι μηχανισμοί λειτουργούν, οδηγούν σε συγκράτηση των υψηλών επιβαρύνσεων τόσο στη βιομηχανία όσο και στα νοικοκυριά.

Και μπροστά σε όλα αυτά η Επιτροπή Ανταγωνισμού και η Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας, «κλείνουν τα μάτια».

Η ΝΔ υποτιμά ότι, μπροστά στην ακραία ακρίβεια στην ενέργεια, οι πολίτες μπορεί να στραφούν εναντίον της πράσινης μετάβασης. Όπως το ίδιο συμβαίνει και με την ψευδεπίγραφη απλοποίηση της αδειοδότησης των ΑΠΕ. Η απελευθέρωση της αδειοδότησης έργων ΑΠΕ έχει οδηγήσει σε υπερθέρμανση, «μπάχαλο» στην αγορά, εγγυητικές εκ των υστέρων, συγκρούσεις με τις τοπικές κοινωνίες και κίνδυνο νέου ολιγοπωλίου. Η κυβέρνηση έχει επιλέξει να βάλει στον πάγο τις Ενεργειακές Κοινότητες, να αφήσει εκτός πολίτες, αυτοδιοίκηση, επιχειρηματικότητα, αγρότες, παρότι το Ταμείο Ανάκαμψης δίνει αυτή τη δυνατότητα.

Έτσι όμως χάνουμε τη δυνατότητα μείωσης τιμών που θα έδιναν μέσω των ΑΠΕ οι Κοινότητες, ενώ παράλληλα οι καταναλωτές βλέπουν να εξαφανίζεται η ελάφρυνση από τα ΥΚΩ παρότι προχωρούν οι διασυνδέσεις, αφού τα ΥΚΩ επιστρατεύονται για να κλείσουν ελλείμματα της ΝΔ, όπως και το «πράσινο» τέλος Χατζηδάκη στο πετρέλαιο κίνησης εφευρέθηκε για να καλύψει την τρύπα που δημιούργησε στον Ειδικό Λογαριασμό για τις ΑΠΕ.

Ενώ λοιπόν οι απαιτήσεις μεγαλώνουν, η Ελλάδα οπισθοχωρεί, σωρεύει νέα δύσκολα προβλήματα και χάνει παράλληλα περιουσία και ενεργειακά εργαλεία, όπως η ΔΕΗ, η ΔΕΠΑ, ο ΔΕΔΔΗΕ, τα ΕΛΠΕ.

Για το λόγο αυτό χρειάζεται μια μεγάλη πολιτική στροφή. Για να μη χάσει η Ελλάδα το τρένο της κλιματικής ουδετερότητας, έτσι ώστε η μετάβαση να γίνει δίκαια και χωρίς να μεγαλώσει τις ανισότητες και άρα και τον κίνδυνο κοινωνικών συγκρούσεων.

Η πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ για τη μετάβαση θέτει ως βασικά εργαλεία τον πλουραλισμό στην παραγωγή ενέργειας και την ασφάλεια δικαίου που αποτελούν τα εχέγγυα για την παραγωγική ανασυγκρότηση της Ελλάδας, στην οποία καλεί ο νέος κλιματικός ανταγωνισμός.

Ο ΣΥΡΙΖΑ, ως κυβέρνηση, απέδειξε ότι μπορεί να αντιμετωπίσει επιτυχώς μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις που έχει βιώσει η χώρα μας. Για το λόγο αυτό, προτείνει μία προοδευτική διακυβέρνηση που μπορεί να αντιμετωπίσει μαζί με την κοινωνία τις κρίσεις που έχουμε μπροστά μας.

Δείτε το άρθρο δημοσιευμένο εδώ

Print Friendly, PDF & Email