Στις καταστροφικές πολιτικές της κυβέρνησης Μητσοτάκη στον ενεργειακό τομέα επικεντρώνεται ο τομεάρχης Περιβάλλοντος και Ενέργειας και βουλευτής Β’ Θεσσαλονίκης του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, Σωκράτης Φάμελλος, σε άρθρο του που δημοσιεύεται στο libre.gr.

Τονίζει επίσης πως βρισκόμαστε σε μία ιδιαιτέρως κομβική χρονική περίοδο για την Πράσινη Μετάβαση και πως αυτήν την περίοδο σχεδιάζονται οι πολιτικές που θα μάς οδηγήσουν στο 2030 και στην επίτευξη των στόχων που περιγράφονται στο fit for 55 και «στρώνουν το έδαφος» για την κλιματική ουδετερότητα το 2050. «Αυτές τις παραμέτρους οφείλει να αποτυπώσει και το Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ) που αποτελεί τον οδικό χάρτη της κυβερνητικής πολιτικής για το 2030. Η παρούσα όμως κυβέρνηση, στην πρόσφατη παρουσίαση της δεύτερης, κατά τη διάρκεια της θητείας της, πρότασης αναθεώρησης του ΕΣΕΚ ουσιαστικά αναίρει τον στόχο της κλιματικής ουδετερότητας της χώρας μας για το 2050. Προτείνει επίσης ένα σχέδιο υπερ-δέσμευσης της Ελλάδας στο φυσικό αέριο, ένα ορυκτό καύσιμο, ακόμα και μετά το 2050, δηλώνοντας μάλιστα ψευδώς το αντίθετο, ότι δηλαδή το ΕΣΕΚ στηρίζει την απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα».

Υπογραμμίζει ακόμη ότι οι καταναλωτές εδώ και πάνω από δύο χρόνια είναι αντιμέτωποι με ακραία ακρίβεια στο ρεύμα, πολύ πριν δηλαδή από την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία, όπου προσπάθησε η κυβέρνηση να κρύψει τις ευθύνες της. «Κάτι που γνωρίζουν βέβαια πολύ καλά τα νοικοκυριά και οι παραγωγικοί φορείς μας που συνεχίζουν να πληρώνουν δυστυχώς πολύ ακριβά την επιλογή της κυβέρνησης Μητσοτάκη να μη μειώνει τις τιμές, αλλά να επιδοτεί με χρήματα των καταναλωτών την ακρίβεια και την αισχροκέρδεια».

Ο Σ.Φάμελλος καταλήγει ότι «Σε αυτό το πλαίσιο οι κεντρικές πολιτικές προτεραιότητες είναι δύο. Να διασφαλιστεί ότι δεν θα «κινδυνεύσει», δεν θα πάει παρακάτω η επίτευξη του στόχου της κλιματικής ουδετερότητας το 2050 και ότι θα έχουν όλοι και όλες  πρόσβαση στο αγαθό της ενέργειας σε προσιτές τιμές. Είναι προφανές μετά από τριάμισι και πλέον χρόνια ότι η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας ούτε θέλει ούτε μπορεί να δώσει αυτή τη μάχη. Για αυτό το εκλογικό 2023 πρέπει να είναι και το έτος της πολιτικής αλλαγής που οι πολίτες θα αναδείξουν μία προοδευτική κυβέρνηση. Μία κυβέρνηση που θα βάλει μπροστά το συμφέρον των πολλών, που θα θέσει την πολιτεία επικεφαλής της Πράσινης Μετάβασης και θα διασφαλίσει ότι θα πραγματοποιηθεί αφενός και αφετέρου με δικαιοσύνη για όλους».

Ακολουθεί το πλήρες άρθρο όπως δημοσιεύεται:

Μόνο μία προοδευτική κυβέρνηση μπορεί να εξασφαλίσει την πρόσβαση όλων στο αγαθό της ενέργειας

Βρισκόμαστε σε μία ιδιαιτέρως κομβική χρονική περίοδο για την Πράσινη Μετάβαση, την τεράστια αυτή πρόκληση που μας υποχρεώνει να μετασχηματίσουμε ριζικά τον τρόπο που παράγουμε αλλά και τον τρόπου που ζούμε, με τελικό στόχο μία κλιματικά ουδέτερη κοινωνία και οικονομία. Η επιβίωση του πλανήτη, των οικοσυστημάτων και της ανθρώπινης κοινωνίας εξαρτάται από την επίτευξη αυτού του στόχου.

Αυτήν την περίοδο σχεδιάζονται οι πολιτικές που θα μάς οδηγήσουν στο 2030 και στην επίτευξη των στόχων που περιγράφονται στο fit for 55 και «στρώνουν το έδαφος» για την κλιματική ουδετερότητα το 2050.

Αυτές τις παραμέτρους οφείλει να αποτυπώσει και το Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ) που αποτελεί τον οδικό χάρτη της κυβερνητικής πολιτικής για το 2030. Η παρούσα όμως κυβέρνηση, στην πρόσφατη παρουσίαση της δεύτερης, κατά τη διάρκεια της θητείας της, πρότασης αναθεώρησης του ΕΣΕΚ ουσιαστικά αναίρει τον στόχο της κλιματικής ουδετερότητας της χώρας μας για το 2050. Προτείνει επίσης ένα σχέδιο υπερ-δέσμευσης της Ελλάδας στο φυσικό αέριο, ένα ορυκτό καύσιμο,  ακόμα και μετά το 2050, δηλώνοντας μάλιστα ψευδώς το αντίθετο, ότι δηλαδή το ΕΣΕΚ στηρίζει την απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα.

Καταστροφικές έχουν αποδειχθεί επίσης οι κυβερνητικές πολιτικές γενικότερα στον ενεργειακό τομέα, κάτι που αποτυπώνεται πολύ έντονα στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας.

Οι καταναλωτές εδώ και πάνω από δύο χρόνια είναι αντιμέτωποι με ακραία ακρίβεια στο ρεύμα, πολύ πριν δηλαδή από την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία, όπου προσπάθησε η κυβέρνηση να κρύψει τις ευθύνες της.

Το ράλι των τιμών ρεύματος ξεκίνησε με τις αυξήσεις στη ΔΕΗ τον Σεπτέμβριο του 2019, ακολούθησε η αισχροκέρδεια των προμηθευτών όσο εμείς «μέναμε σπίτι», η εκκίνηση λειτουργίας της νέας δομής της αγοράς, του Target Model, χωρίς έλεγχο και ρύθμιση αλλά και χωρίς ενεργοποίηση βασικών του «εργαλείων» (διμερή συμβόλαια»), καθώς και η εφαρμογή της περιβόητης ρήτρας αναπροσαρμογής ή ρήτρας Μητσοτάκη τον Αύγουστο του 2021.

Σε αυτό το «έδαφος» επικάθισαν οι επιπτώσεις της πολεμικής σύρραξης στην Ουκρανία, με την Ελλάδα όμως με ξεκάθαρη ευθύνη της κυβέρνησης, να καταγράφει διαρκώς «πρωτιές» ακρίβειας στην χονδρεμπορική τιμή ρεύματος στην Ευρώπη.

Κάτι που γνωρίζουν βέβαια πολύ καλά τα νοικοκυριά και οι παραγωγικοί φορείς μας που συνεχίζουν να πληρώνουν δυστυχώς πολύ ακριβά την επιλογή της κυβέρνησης Μητσοτάκη να μη μειώνει τις τιμές, αλλά να επιδοτεί με χρήματα των καταναλωτών την ακρίβεια και την αισχροκέρδεια.

Σε αυτό το πλαίσιο οι κεντρικές πολιτικές προτεραιότητες είναι δύο. Να διασφαλιστεί ότι δεν θα «κινδυνεύσει», δεν θα πάει παρακάτω η επίτευξη του στόχου της κλιματικής ουδετερότητας το 2050 και ότι θα έχουν όλοι και όλες  πρόσβαση στο αγαθό της ενέργειας σε προσιτές τιμές.

Είναι προφανές μετά από τριάμισι και πλέον χρόνια ότι η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας ούτε θέλει ούτε μπορεί να δώσει αυτή τη μάχη. Για αυτό το εκλογικό 2023 πρέπει να είναι και το έτος της πολιτικής αλλαγής που οι πολίτες θα αναδείξουν μία προοδευτική κυβέρνηση. Μία κυβέρνηση που θα βάλει μπροστά το συμφέρον των πολλών, που θα θέσει την πολιτεία επικεφαλής της Πράσινης Μετάβασης και θα διασφαλίσει ότι θα πραγματοποιηθεί αφενός και αφετέρου με δικαιοσύνη για όλους.

Χρειάζεται λοιπόν να επανέλθει ο δημόσιος έλεγχος στην αγορά ενέργειας, να επανακτηθεί η πλειοψηφία της ΔΕΗ από το Δημόσιο, ώστε να λειτουργεί πάλι ως κοινωνικός και αναπτυξιακός βραχίονας της χώρας μας.

Πρέπει να φορολογηθούν και να επιστραφούν στου καταναλωτές τα υπερκέρδη που έχουν σωρεύσει λίγες εταιρείες στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας (παραγωγή, προμήθεια), και ανέρχονται πλέον σε 6 δισ. ευρώ για το 2022 στην προμήθεια φυσικού αερίου και στα διυλιστήρια. Και μάλιστα η φορολόγηση πρέπει να γίνει με συντελεστή 90% (και όχι 33%), ειδικά εφόσον βιώνουμε συνθήκες κρίσης.

Για να μειωθούν δε οι τιμές πρέπει να θεσπιστεί ανώτατος συντελεστής κέρδους 5% στην ενέργεια, καθώς και να αναμορφωθεί ο τρόπος λειτουργίας της αγοράς ηλεκτρισμού, Target Model, προσανατολισμένη στην απεξάρτηση της τιμής ρεύματος από το φυσικό αέριο, με εργαλεία ρύθμισης όπως τα διμερή συμβόλαια.

Ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ έχει σχέδιο, θέλει και μπορεί να το εφαρμόσει άμεσα. Απαραίτητη όμως είναι η ταχεία πολιτική αλλαγή για να τελειώσει το πάρτι στην ενέργεια με την εκλογή μιας προοδευτικής κυβέρνησης που θα δουλέψει σκληρά προς όφελος των πολλών και όχι των κολλητών του κ. Μητσοτάκη.

Δείτε το άρθρο δημοσιευμένο εδώ

Print Friendly, PDF & Email