«Είναι γεγονός ότι βιώνουμε μία περίοδο με πολλές αβεβαιότητες. Μετά τη μεγάλη οικονομική κρίση στην Ελλάδα ακολούθησε η υγειονομική κρίση, τώρα έχουμε μία πολεμική σύγκρουση κοντά μας, μετά την απαράδεκτη εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, που προκαλεί ενεργειακή ανασφάλεια και αναδεικνύει τη διαπιστωμένη αδυναμία της Ευρώπης στο πολιτικό και ενεργειακό πεδίο. Σε αυτό το πλαίσιο, αναδεικνύεται η αδιαμφισβήτητη ανάγκη, όσο και να προσπαθεί η παρούσα κυβέρνηση να την αρνηθεί, ενίσχυσης του ρόλου της πολιτείας και των δημόσιων πολιτικών και παρεμβάσεων, γιατί αποδείχθηκε ότι χωρίς δημόσιες πολιτικές δεν μπορεί να εξασφαλιστεί η ανάπτυξη και η κοινωνική συνοχή» δήλωσε ο τομεάρχης Περιβάλλοντος και Ενέργειας και βουλευτής Β’ Θεσσαλονίκης του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, Σωκράτης Φάμελλος, ξεκινώντας την ομιλία του στο 7ο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών σε συνεδρία για την αντιμετώπιση των υψηλών τιμών ενέργειας και την καταπολέμηση της ενεργειακής φτώχειας.

Η πανδημία μάς έδειξε ότι η αγορά δεν μπορεί να λύσει το πρόβλημα, σημείωσε, το ίδιο μας δείχνει και η τρέχουσα ενεργειακή κρίση. Έχουν διαψευσθεί πλήρως οι δηλώσεις του κ. Χατζηδάκη το 2020 ότι ο ανταγωνισμός θα λύσει τα προβλήματα και θα μειώσει τις τιμές ηλεκτρικής ενέργειας.

Τόνισε πως το πρώτο που χρειάζεται είναι ισχυρές δημόσιες πολιτικές και μία ισχυρή πολιτεία, μία συζήτηση που αναπτύσσεται και στην Ευρώπη. «Χαρακτηριστικά ο Πρόεδρος της Γαλλίας, Ε. Μακρόν, δηλώνει, μεσούσης της κρίσης, ότι το κράτος πρέπει να ανακτήσει τον έλεγχο της αγοράς ενέργειας. Χωρίς δημόσιες πολιτικές επιπλέον δε θα καταφέρουμε να επιτύχουμε αυτό που λέει και η Ευρώπη κανείς δηλαδή να μη μείνει πίσω στην Πράσινη Μετάβαση. Να καταπολεμήσουμε την ενεργειακή φτώχεια και να διασφαλίσουμε την πρόσβαση στην ενέργεια σε προσιτές τιμές, για νοικοκυριά και επιχειρήσεις».

Ο Σ.Φάμελλος αναφέρθηκε με παραδείγματα στις δημόσιες πολιτικές που μάς λείπουν σήμερα: Το Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ, το θεσμικό πλαίσιο για την αποθήκευση και τα υπεράκτια αιολικά, η αποθήκευση και φυσικού αερίου και του ηλεκτρισμού, όπου πλέον θα πρέπει να συμμετέχει και αναλάβει το δημόσιο, ο δημόσιος έλεγχος στα δίκτυα ηλεκτρισμού και φυσικού αερίου και η λειτουργία της ΔΕΗ με το Δ μπροστά ώστε, να επιτελεί τον κοινωνικό και αναπτυξιακό της ρόλο.

Στάθηκε στην επιλογή της κυβέρνησης η μεταρρύθμιση του Μοντέλου-Στόχου (Target Model) να εφαρμοστεί «μισή» και όχι ολόκληρη, αφού δεν λειτουργεί η προθεσμιακή αγορά και δεν υπάρχουν διμερή συμβόλαια, ενώ υπάρχει και αισχροκέρδεια στην προημερήσια χονδρεμπορική αγορά. «Δυστυχώς στην Ελλάδα, με ευθύνη της κυβέρνησης, οι ακραία υψηλές τιμές σήμερα μετακυλίονται πλήρως στους καταναλωτές, κάτι που δε συμβαίνει στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες που λειτουργούν μηχανισμοί αντιστάθμισης κινδύνου. Και αυτό είναι κάτι που έπρεπε να εξασφαλίσει η κυβέρνηση, όπως κάνουν ακόμη και σήμερα άλλες ευρωπαϊκές χώρες, ακόμα και με νομοθέτηση υποχρεωτικού ποσοστού διμερών συμβολαίων στους ηλεκτροπαραγωγούς».

Ξεκαθάρισε ότι μία προοδευτική κυβέρνηση δεν θα επέτρεπε να παθαίνουν ηλεκτροσόκ οι πολίτες όταν παραλαμβάνουν τους λογαριασμούς ρεύματος, ούτε θα οδηγούσε επιχειρήσεις και ακόμη και τη βιομηχανία να ετοιμάζονται να βάλουν λουκέτο. «Μία προοδευτική κυβέρνηση με κορμό τον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ δεν θα επέτρεπε να λειτουργεί καρτέλ στην αγορά ηλεκτρισμού, όπως συμβαίνει σήμερα και το καταγγέλλει ακόμη και η ενεργοβόρος βιομηχανία, ούτε και θα επέτρεπε να λειτουργεί η αγορά ενέργειας χωρίς έλεγχο και ρύθμιση, σε αντίθεση ακόμα και με τους βασικούς κανόνες ανταγωνισμού. Δεν υπάρχει υγιής ανταγωνισμός αλλά αντιθέτως αισχροκέρδεια. Αυτό δείχνει και η αύξηση του περιθωρίου κέρδους στην παραγωγή που αποτυπώνεται στα οικονομικά αποτελέσματα της ΔΕΗ εν μέσω της ακραίας κρίσης ακρίβειας. Το ίδιο συμβαίνει και με τους υπόλοιπους παραγωγούς που παρά την εξαγγελία του κ. Μητσοτάκη για φορολόγηση υπερκερδών, την ύπαρξη των οποίων αναγνώρισε μετά από πίεση της αντιπολίτευσης, επιτρέπει ακόμη να παράγονται και μένει να δούμε τι τελικά θα φορολογήσει και αν».

Επισήμανε την επιλογή της κυβέρνησης Μητσοτάκη να δεσμεύσει την ηλεκτροπαραγωγή στην Ελλάδα στο φυσικό αέριο, αφού πίσω από την επικοινωνιακού χαρακτήρα εξαγγελία της απολιγνιτοποίησης κρύβεται η αντικατάσταση των λιγνιτικών μονάδων της ΔΕΗ με μονάδες φυσικού αερίου ιδιωτών και όχι ΑΠΕ. «Άλλο ένα αφήγημα της κυβέρνησης που κατέρρευσε πριν από δύο μέρες στην Κοζάνη όπου ο κος Μητσοτάκης παραδέχτηκε ότι τώρα η παραγωγή από λιγνίτη είναι πιο φτηνή από φυσικό αέριο, ενώ έλεγε το αντίθετο πριν από ένα μήνα στη Βουλή, και προανήγγειλε την αύξηση της παραγωγής ενέργειας από λιγνίτη. Αποδόμησε επιπλέον ο ίδιος το ψευτοπράσινό του Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα με τη βίαιη, χωρίς σχέδιο και επικοινωνιακή απολιγνιτοποίηση αφού, έδωσε χρονική παράταση στο κλείσιμο λιγνιτικών μονάδων τουλάχιστον μέχρι το 2028. Επιλογές που όμως πληρώνουμε ακριβά».

Κλείνοντας ο Σ.Φάμελλος δήλωσε: «Εδώ και τρία χρόνια έχουμε μία κυβέρνηση που κάνει μόνο εξαγγελίες που καταρρέουν αλλά όμως δεν παράγει έργο. Τη στιγμή που στην Ευρώπη μειώνεται το μερίδιο του φυσικού αερίου στην Ελλάδα αυξάνεται. Στις ΑΠΕ έχουμε ένα παγωμένο κλιματικό νόμο στο συρτάρι στον ΥΠΕΝ, υπερθέρμανση στην αγορά, έχει προκηρυχθεί αλλά όχι ολοκληρωθεί το Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ από το 2019, αγνοούνται οι Ειδικές Περιβαλλοντικές Μελέτες για τις περιοχές Natura 2000 ώστε να γνωρίζουν όλοι τι μπορεί να χωροθετηθεί, ακύρωση της προτεραιότητα σύνδεσης ενεργειακών κοινοτήτων και εμπόδια στην ανάπτυξή τους. Δεν μπορούμε να συνεχίσουμε έτσι. Χρειάζεται λοιπόν ανατροπή της ασκούμενης ενεργειακής πολιτικής».

Print Friendly, PDF & Email