«Μία ισχυρή και σύγχρονη πολιτεία που θα διασφαλίζει ότι κανείς δε θα μείνει πίσω είναι πλέον η απάντηση στα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε. Στις φωτιές, στις φυσικές καταστροφές, στην κλιματική αλλαγή, στην πανδημία και τώρα στην ενέργεια. Σε απόλυτη αντιδιαστολή με απόψεις που έγινε προσπάθεια να καταστούν κυρίαρχες τις τελευταίες δεκαετίες και ακολουθεί και η ΝΔ του κ. Μητσοτάκη ότι η αγορά μπορεί να λύσει τα προβλήματα, κάτι που έχει πλέον διαψευσθεί πλήρως και αποτύχει παταγωδώς με τις τελευταίες εξελίξεις», δήλωσε κατά τη διάρκεια της ομιλίας του ο τομεάρχης Περιβάλλοντος και Ενέργειας και βουλευτής Β’ Θεσσαλονίκης του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, Σωκράτης Φάμελλος, στην ημερίδα «Ημέρα Πράσινων Επενδύσεων 2022» που διοργάνωσε η A-Energy, Investment Initiative, την Τετάρτη 20 Ιουλίου.

Σχολίασε ότι το Repower Eu αποτελεί και μία παραδοχή της αποτυχίας της ευρωπαϊκής ενεργειακής στρατηγικής και της σημερινής ενεργειακής της ανασφάλειας. Ειδικότερα στην Ελλάδα, η βίαιη απολιγνιτοποίηση και η επιλογή της κυβέρνησης Μητσοτάκη να αυξήσει το μερίδιο του φυσικού αερίου στην ηλεκτροπαραγωγή ήταν μία επιλογή εις βάρος της ενεργειακής μας ασφάλειας.

Στάθηκε στα πέντε βασικά μειονεκτήματα του ενεργειακού τομέα στην Ελλάδα που έχουν καταστήσει τη χώρα πιο ευάλωτη στις επιπτώσεις του πολέμου στην Ουκρανία, οι οποίες που έχουν αρχίσει να γίνονται αντιληπτές. Συγκεκριμένα:

-Στο υψηλό κόστος ενέργειας αφού το διαφορικό, δηλαδή το επιπλέον, κόστος της χονδρεμπορικής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας μέσα σε ένα έτος, Ιούνιος 2021-Ιούλιος 2022, έφτασε στα 8 δισ. ευρώ. Ένα πρόσθετο κόστος που επιβάρυνε τους καταναλωτές, νοικοκυριά και παραγωγικούς φορείς.

-Στην τροποποίηση του ενεργειακού μας μείγματος στην ηλεκτροπαραγωγή με την αύξηση του μεριδίου του ορυκτού, πανάκριβου και εισαγόμενου φυσικού αερίου, με την προσχηματική απολιγνιτοποίηση.

-Στις ιδιωτικοποιήσεις ενεργειακών φορέων και δικτύων (ΔΕΠΑ Υποδομών, ΔΕΔΔΗΕ), καθώς και στην παράδοση της πλειοψηφίας της ΔΕΗ σε ιδιώτες. Με αποτέλεσμα η Ελλάδα και η πολιτεία να μένει χωρίς εργαλεία στην κρίσιμη αυτή φάση για την ενεργειακή μετάβαση.

-Στην επιλογή της κυβέρνησης Μητσοτάκη η ΔΕΗ να μετατραπεί σε μία ιδιωτική εταιρεία με μοναδικό στόχο την κερδοφορία της και να απωλέσει τον κοινωνικό και αναπτυξιακό της χαρακτήρα.

-Στη ναρκοθέτηση και τη δυσφήμηση της ανάπτυξης των ΑΠΕ με το μπάχαλο και την υπερθέρμανση που δημιούργησε με τη δήθεν «απλοποίηση» της αδειοδότησης των ΑΠΕ με τον αντιπεριβαλλοντικό νόμο Χατηζδάκη (4685/2020).

«Στον αντίποδα» πρόσθεσε ο Σ.Φάμελλος «η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ κατέστησε πλεονασματικό τον Ειδικό Λογαριασμό για τις ΑΠΕ που παρέλαβε ελλειμματικό κατά 800 εκατ. ευρώ από τη συγκυβέρνηση Σαμαρά-Βενιζέλου, θέσπισε τις ανταγωνιστικές διαδικασίες για τη στήριξη των έργων ΑΠΕ που μείωσαν σημαντικά τις τιμές και θέσπισε τις Ενεργειακές Κοινότητες. Επί ΝΔ έχουν παγώσει οι Ενεργειακές Κοινότητες, σταμάτησε στην ουσία τους διαγωνισμούς για νέα έργα ΑΠΕ αφού έχει πραγματοποιηθεί μόνο ένας μέσα σε τρία χρόνια».

Ξεκαθάρισε επίσης ότι για τον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ είναι ξεκάθαρο ότι πρέπει να προχωρήσουμε στις ΑΠΕ: «Η διέξοδος ακόμη και από τις επιπτώσεις του πολέμου στην Ουκρανία είναι ΑΠΕ, εξοικονόμηση ενέργειας μαζί με αποθήκευση και δίκτυα υπό δημόσιο όμως έλεγχο. Στο Ταμείο Ανάκαμψης και στο Repower ΕU όμως δεν θα πρέπει να επαναληφθούν τα λάθη του παρελθόντος. Το λάθος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ελλάδας είναι η υπέρμετρη εξάρτηση από το φυσικό αέριο».

Ειδική μνεία έκανε στη συνέχεια στο πρώτο και μεγαλύτερο, όπως είπε, πρόβλημα στην Ελλάδα, ότι δεν υπάρχει διαθεσιμότητα ηλεκτρικού χώρου. «Σήμερα η Ελλάδα χρειάζεται 25 GW ΑΠΕ στο Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ) που εκπονείται αυτή την περίοδο με στόχο το 2030 και με τους στόχους που θέτει το “Fit For 55” της Ε.Ε. Και ο προγραμματισμός του διαχειριστή του Δικτύου (ΑΔΜΗΕ) περιλαμβάνει επενδύσεις που αν υλοποιηθούν στο σύνολό τους θα μπορούν να παραλάβουν το πολύ μέχρι τα 29 GW. Αν λάβουμε ότι τα 19 GW είναι ήδη δεσμευμένα από έργα ΑΠΕ που λειτουργούν ήδη ή έχουν άδειες και περιβαλλοντικές και σύνδεσης στα δίκτυα, προκύπτει ότι έχουμε διαθέσιμο χώρο για τα επόμενο χρόνια για μόνο 6 GW νέα έργα, ενώ τα έργα που έχουν λάβει περιβαλλοντική αδειοδότηση είναι περίπου 25 GW, τετραπλάσια της ζήτησης και του σχεδιασμού, και τα έργα που έχουν σωρευθεί με την υπερθέρμανση Χατζηδάκη είναι πολλαπλάσια».

Σε σχέση με το ζήτημα του χωρικού σχεδιασμού ο Σ.Φάμελλος τόνισε: «Δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμη και σήμερα, ενώ δόθηκε πρόσφατα παράταση για άλλο ένα έτος, η εκπόνηση του Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου (ΕΧΠ) για τις ΑΠΕ που είχε ξεκινήσει η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ. Η Ελλάδα δηλαδή θα χωροθετήσει τα έργα ΑΠΕ για την επόμενη δεκαετία χωρίς ΕΧΠ ΑΠΕ. Θα έπρεπε επίσης να είχαν ολοκληρωθεί οι Ειδικές Περιβαλλοντικές Μελέτες για τις περιοχές προστασίας Natura 2000 που είχε αναθέσει η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ και το θεσμικό πλαίσιο των θαλάσσιων αιολικών. Η απουσία ξεκάθαρων κανόνων αποτελεί και ένα σοβαρό πεδίο έντασης και συγκρούσεων με τις τοπικές κοινωνίες που δεν πρέπει να είναι απέναντι στην πράσινη ενέργεια. Για να μην είναι όμως πρέπει να διασφαλίσουμε θα υπάρχουν διαφανείς κανόνες και διάχυση των ωφελειών της πράσινης μετάβασης ώστε να μην υπάρχουν συγκρούσεις. Και αυτό η κυβέρνηση δεν το διασφαλίζει».

Ο Σ.Φάμελλος έκλεισε την ομιλία του με το ζήτημα της αποθήκευσης: «Το ρυθμιστικό πλαίσιο της αποθήκευσης δεν υπάρχει ακόμη. Καθυστερεί τρία χρόνια! Πρόσφατα νομοθετήθηκε το αδειοδοτικό πλαίσιο της αποθήκευσης ενώ είχαν δοθεί ήδη 16 GW αδειών που πρέπει τώρα να υποβληθούν ξανά! Η αποθήκευση είναι ένας από τους τέσσερις πυλώνες της πράσινης μετάβασης. Για εμάς η αποθήκευση οφείλει να συνδυαστεί με ενεργειακές Κοινότητες και με την αυτοπαραγωγή αυτοκατανάλωση. Ως ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ έχουμε δεσμευτεί υπέρ του στόχου για πλουραλισμό των παραγωγών καθαρής ενέργειας, με στόχο να καλύπτουν το 50% των νέων αδειών. Επείγει το ρυθμιστικό πλαίσιο της αποθήκευσης και εδώ πιστεύουμε ότι πρέπει να υπάρχει ρόλος για την πολιτεία. Θα πρέπει και η ΔΕΗ να διεκδικήσει φτηνή αποθήκευση. Θέλουμε η πολιτεία να αναλάβει επενδύσεις στην αποθήκευση που η συμμετοχή της θα μπορούσε να τεθεί και ως όρος για τη χρηματοδότηση έργων από το Ταμείο Ανάκαμψης».

«Σε κάθε περίπτωση δεν έπρεπε να φτάσουμε στο σημείο να ακυρωθούν και να υποβληθούν ξανά άδειες για έργα αποθήκευσης. Δεν πρέπει να επαναληφθεί στην αποθήκευση το μπάχαλο και η υπερθέρμανση που προκάλεσε ο νόμος Χατζηδάκη».

Παρακολουθείστε την ομιλία εδώ

Print Friendly, PDF & Email