Η κούφια και προσχηματική απολιγνιτοποίηση του κ. Μητσοτάκη μεταφράζεται σε μία βίαιη, άδικη και χωρίς σχέδιο μετάβαση για τις λιγνιτικές περιοχές της Δυτικής Μακεδονίας και της Μεγαλόπολης. Ο Αλέξης Τσίπρας έχει ξεκαθαρίσει ότι ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ συμφωνεί με την απολιγνιτοποίηση ακόμη και αύριο με τρεις όμως προϋποθέσεις. Τη διασφάλιση ενεργειακής ασφάλειας/επάρκειας, πρόσβασης στο αγαθό της ενέργειας σε προσιτές τιμές για όλους και δίκαιης μετάβασης των λιγνιτικών περιοχών με δημιουργία νέων θέσεων απασχόλησης. Όλα αυτά έχουν ήδη διαψευσθεί, η Ελλάδα δεν έχει εξασφαλίσει την επάρκεια του ενεργειακού μας συστήματος, η κυβέρνηση Μητσοτάκη έχει επιλέξει να είμαστε ιδιαιτέρως εξαρτημένοι από το φυσικό αέριο σε σχέση με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες, μία εξάρτηση που εντείνεται και γίνεται πλέον πολύ επικίνδυνη λόγω της Ουκρανικής κρίσης, τόνισε ο Σ.Φάμελλος στην εκπομπή «Θέσεις & αντιθέσεις» του τηλεοπτικού σταθμού «Kozani.TV» με το δημοσιογράφο, Π. Τσαρτσιανίδη.

Η Ελλάδα βρίσκεται στη δίνη της ενεργειακής κρίσης. Η Ελλάδα έχει την πρώτη θέση στην ακρίβεια της χονδρικής τιμής ηλεκτρικής ενέργειας στην Ευρώπη, με το κόστος ενέργειας να απειλεί τη βιωσιμότητα των νοικοκυριών, των επιχειρήσεων, των αγροτών και των δήμων, ενώ οι βιομηχανίες μιλούν για λουκέτα. Δεν έχουμε ούτε μία νέα θέση εργασίας στις λιγνιτικές περιοχές, στην ουσία δεν υπάρχει σχέδιο μετάβασης για τις περιοχές, ενώ έχουμε ήδη 4.000 ανέργους. Είναι απαράδεκτο επίσης ότι το όποιο σχέδιο αποφασίζεται και υλοποιείται χωρίς καμία συμμετοχή των τοπικών φορέων και κοινωνιών.

Στο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ θέλουμε τη δυνατόν ταχύτερη απολιγνιτοποίηση και επί της ουσίας απανθρακοποίηση, δηλαδή αντικατάσταση της λιγνιτικής παραγωγής με ΑΠΕ, και όχι την αντικατάσταση λιγνιτικών μονάδων της ΔΕΗ με μονάδες φυσικού αερίου ιδιωτών που είναι το deal πίσω από την απολιγνιτοποίηση Μητσοτάκη. Στηρίζουμε μάλιστα το στόχο για την κλιματική ουδετερότητα το 2045 αντί του 2050. Προτείνουμε μάλιστα η ανάπτυξη των ΑΠΕ να γίνει με Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο, που είχε αναθέσει η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, δηλαδή με ξεκάθαρους κανόνες και με συμμετοχή των Ενεργειακών Κοινοτήτων στην Πράσινη Μετάβαση.

Η πιο «πράσινη» κυβέρνηση, όπως θέλει να εμφανίζεται η ΝΔ, είναι αυτή που καθυστερεί το θεσμικό πλαίσιο για την αποθήκευση. Όλα αυτά αποδεικνύουν πόσο υποκριτικός είναι ο «πράσινος» μανδύας της κυβέρνησης Μητσοτάκη.

Κανείς δεν υποστηρίζει την παραμονή του λιγνίτη στο ενεργειακό μας μείγμα ως βασικό καύσιμο όταν μιλάμε για κλιματική ουδετερότητα. Αυτό δε σημαίνει ότι η Διοίκηση της ΔΕΗ έπρεπε να εγκαταλείψει τα λιγνιτορυχεία και να μη λειτουργεί τις λιγνιτικές μονάδες από το 2021, αυτό δεν έχει καμία σχέση με την απολιγνιτοποίηση.

Ο Υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Κ. Σκρέκας, σε συνέντευξη Τύπου στις 14 Σεπτεμβρίου του 2021, ανέφερε στοιχεία για το κόστος παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από λιγνίτη σε σχέση με το φυσικό αέριο. Συγκεκριμένα είπε ότι το κόστος φυσικού αερίου ήταν τότε στα 150 ευρώ ανά μεγαβατώρα ενώ το κόστος ηλεκτροπαραγωγής από λιγνίτη στα 110-115 ευρώ ανά μεγαβατώρα.  Αυτό φυσικά πριν οι τιμές του φυσικού αερίου φτάσουν στα σημερινά επίπεδα. Επιπλέον, στοιχεία που δημοσιεύτηκαν σε πρόσφατο άρθρο πρώην Διευθυντή της ΔΕΗ δείχνουν ότι το κόστος της ηλεκτροπαραγωγής από φυσικό αέριο κυμαίνεται πλέον από 170 έως 300 ευρώ ανά μεγαβατώρα, ενώ το κόστος της λιγνιτικής παραγωγής φτάνει στα 145 ευρώ ανά μεγαβατώρα.

Άρα, ο λιγνίτης το 2021 θα μπορούσε να συμμετέχει στην ηλεκτροπαραγωγή, ειδικά τώρα εν μέσω ενεργειακής κρίσης, χωρίς αυτό να επηρεάζει καθόλου το πλάνο της απολιγνιτοποίησης. Ο λόγος για τον οποίο δεν επιλέχθηκε αυτή η λύση που θα μπορούσε να συγκρατήσει τις τιμές ηλεκτρικής ενέργειας είναι ότι η προκλητικά αμειβόμενη Διοίκηση της ΔΕΗ προχώρησε, απολύτως λανθασμένα, στη σύναψη δανείων με ρήτρα διοξειδίου του άνθρακα που δεσμεύουν τη ΔΕΗ από το 2021 να μη βάζει τους λιγνίτες, επιλογή που πληρώνουν πολύ ακριβά όμως οι καταναλωτές.

Σωματεία εργαζομένων της ΔΕΗ με τα οποία συναντηθήκαμε την προηγούμενη εβδομάδα στην Πτολεμαΐδα μάς μετέφεραν ότι η διαθεσιμότητα ποσοτήτων λιγνίτη καλύπτει μόνο διάστημα δύο μηνών και τα λιγνιτωρυχεία δεν είναι σε θέση να δώσουν καύσιμο μετά από αυτό το διάστημα. Κάτι που εγείρει ζήτημα επάρκειας του ενεργειακού μας συστήματος ειδικά τώρα που βιώνουμε και την ουκρανική κρίση.

Δεν ξέρουμε ακόμη τι θα γίνει με την Πτολεμαΐδα V, μία επένδυση ύψους 1,5 δισ. ευρώ που, σύμφωνα με όσα λέει η κυβέρνηση, θα πρέπει σε 1,5 χρόνο να έχει μετατραπεί σε μονάδα φυσικού αερίου, μία παράλογη επιλογή ειδικά λαμβάνοντας υπόψη το σημερινό κόστος ηλεκτροπαραγωγής με φυσικό αέριο.

Η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ προέβλεπε την ομαλή απεξάρτηση από το λιγνίτη, όπως περιγραφόταν στο Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα του 2018, με γνώμονα τη διασφάλιση πρόσβασης στο αγαθό της ενέργειας σε προσιτές τιμές και την αντικατάσταση του λιγνίτη με καθαρή ενέργεια και όχι με φυσικό αέριο. Στο σχέδιο του ΣΥΡΙΖΑ μειωνόταν ταυτόχρονα η χρήση και του λιγνίτη αι του φυσικού αερίου στην ηλεκτροπαραγωγή.

Είχαμε συστήσει, πρώτοι στην Ευρώπη, το Ταμείο Δίκαιης Μετάβασης για τις λιγνιτικές περιοχές της Δυτικής Μακεδονίας και της Μεγαλόπολης αλλά δεν έχουμε δει μέχρι σήμερα να αξιοποιείται από την κυβέρνηση Μητσοτάκη ούτε ένα ευρώ από τα 30 εκατ. ευρώ που είχε τότε αυτό το Ταμείο. Να σημειώσω επίσης ότι η κυβέρνηση Μητσοτάκη μείωσε το ποσοστό από τα δικαιώματα ρύπων που είχαμε προβλέψει να κατευθύνονται στις λιγνιτικές περιοχές.

Η κυβέρνηση όμως θα μπορούσε να είχε ελέγξει και ρυθμίσει την αγορά ηλεκτρικής ενέργειας ώστε να μην επιτρέπει τη λειτουργία καρτέλ στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας και τη χειραγώγηση των τιμών. Θα μπορούσε ακόμη να είχε ενεργοποιήσει μηχανισμούς αντιστάθμισης κινδύνου όπως είναι η προθεσμιακή αγορά και τα διμερή συμβόλαια, όπως συμβαίνει στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες. Όπως και θα μπορούσε να επιβάλει πλαφόν στην κερδοφορία, στην αισχροκέρδεια κάποιων παραγωγών. Έχει όμως αντιθέτως αυξήσει, όπως σας είπα, το ποσοστό του φυσικού αερίου και περιορίσει το ποσοστό του λιγνίτη στην ηλεκτροπαραγωγή, ενώ δεν προωθεί την περαιτέρω ανάπτυξη των ΑΠΕ.

Σχετικά με την πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ ως κυβέρνηση για τη ΔΕΗ και ειδικότερα στον κοινωνικό και αναπτυξιακό ρόλο που επιτελεί διαχρονικά τώρα, τα τεσσεράμισι χρόνια διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ δεν υπήρξε καμία αύξηση στην τιμή της κιλοβατώρας αντιθέτως μία μείωση 12% μεσοσταθμικά στο κόστος ρεύματος. Η κυβέρνηση της ΝΔ παρέδωσε την πλειοψηφία της ΔΕΗ στους ιδιώτες μετόχους αποφεύγοντας μάλιστα τη Βουλή, μέσω αύξησης μετοχικού κεφαλαίου. Η στρατηγικής σημασίας ανάκτηση του δημόσιου ελέγχου στα ενεργειακά δίκτυα και στη ΔΕΗ περιλαμβάνεται στις θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ ενόψει του Συνεδρίου. Θα διερευνήσουμε δηλαδή όλες τις λύσεις που έχουν ήδη εφαρμοστεί σε επανακρατικοποιήσεις στην Ευρώπη, λαμβάνοντας υπόψη και το Δίκαιο Ανταγωνισμού της ΕΕ.

Η κυβέρνηση ΝΔ έχει μία εντελώς διαφορετική αντίληψη για τη ΔΕΗ. Πολιτική της προτεραιότητα είναι να γράφει κέρδη στο χρηματιστήριο -στην πλάτη όμως των καταναλωτών- και να παίρνουν χρυσά μπόνους τα προκλητικά αμειβόμενα γαλάζια παιδιά. Οι λογαριασμοί όμως δεν πληρώνονται με μετοχές της ΔΕΗ.

Εμείς, στον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, θέλουμε μία ΔΕΗ που να είναι βιώσιμη αλλά να παρέχει φθηνό ρεύμα στην ελληνική κοινωνία και οικονομία. Παρά το όσα λέγονται από τη ΝΔ, η ΔΕΗ μέχρι το α’ εξάμηνο του 2018 είχε θετική λειτουργική κερδοφορία, πράγματι η τιμή των ρύπων δημιούργησε όντως πρόσκαιρα πρόβλημα αλλά, όπως παραδέχτηκε και ο κ. Χατζηδάκης ως Υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας πλέον σχολιάζοντας τα οικονομικά αποτελέσματα του πρώτου εξαμήνου του 2019, που κυβερνούσε ο ΣΥΡΙΖΑ, ήταν βιώσιμη.

Η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ ακύρωσε το σχέδιο της «Μικρής ΔΕΗ» διατηρώντας δηλαδή τα υδροηλεκτρικά από τα οποία έχει σημαντικό κέρδος και σήμερα η ΔΕΗ, μείωσε το δανεισμό της επιχείρησης κατά 1 δισ. ευρώ, προχώρησε σε μεγάλες επενδύσεις. Αυτά φυσικά δεν μπορεί να αποτελούν στοιχεία μίας χρεωκοπημένης επιχείρησης. Ήταν όμως μία επιχείρηση που λειτουργούσε με βάση το εθνικό συμφέρον και την κοινωνική ωφέλεια. Οι υπέρογκοι λογαριασμοί όμως που λαμβάνουν σήμερα οι καταναλωτές έχουν την υπογραφή του Κυριάκου Μητσοτάκη και της κυβέρνησης της ΝΔ.

Όσον αφορά την αποκατάστασης των λιγνιτικών πεδίων είναι σκάνδαλο το ότι αφαιρέθηκε η υποχρέωση από τη ΔΕΗ, σε πρόσφατο νομοσχέδιο. Η με ιδιωτική πλειοψηφία πλέον ΔΕΗ δεν έχει την υποχρέωση αποκατάστασης των εδαφών και την απόδοσή τους στις τοπικές κοινωνίες. Ταυτόχρονα όμως δεν υπάρχει ηλεκτρικός χώρος, δηλαδή δίκτυο, για ΑΠΕ στη Δυτική Μακεδονία, δεν έχει προνοήσει η τόσο «πράσινη» κυβέρνηση.

Επιπλέον το μπάχαλο και οι συνθήκες «Άγριας Δύσης» στις ΑΠΕ με τη δήθεν απλοποίηση της διαδικασίας αδειοδότησής τους με τον γνωστό αντιπεριβαλλοντικό νόμο 4685/2020 του κ. Χατζηδάκη, σε συνδυασμό με την έλλειψη Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου για τις ΑΠΕ και Ειδικών Περιβαλλοντικών Μελετών για τις περιοχές Natura 2000 και τα διαρκή εμπόδια στην ανάπτυξη ενεργειακών κοινοτήτων έχουν οδηγήσει σε εντάσεις και συγκρούσεις με τις τοπικές κοινωνίες, δυναμιτίζοντας έτσι την Πράσινη Μετάβαση.

Σχετικά με όσα γράφονται τις τελευταίες μέρες περί κατασκευής εργοστασίου παραγωγής πυρηνικής ενέργειας στη Βουλγαρία ως λύση για την ενεργειακή επάρκεια της Ελλάδας, ο τεχνικός και επιστημονικός κόσμος και φυσικά ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ έχει τοποθετηθεί ξεκάθαρα κατά της πυρηνικής ενέργειας και της προώθησης τέτοιων επενδύσεων. Τόσο εξαιτίας του σεισμογενούς χαρακτήρα της περιοχής όσο φυσικά εξαιτίας του σοβαρότατου ζητήματος διαχείρισης των αποβλήτων.

Η συμπερίληψη τέλος του φυσικού αερίου, με κάποια κριτήρια, και της πυρηνικής ενέργειας στη λεγόμενη ευρωπαϊκή ταξινομία, δηλαδή στις χρηματοδοτήσεις, δείχνει ότι η Ε.Ε. δεν είναι τελικά τόσο συνεπής στις «πράσινες» δεσμεύσεις και εξαγγελίες της, καθώς και φαίνεται ότι τα διάφορα οικονομικά lobby φαίνεται ότι επηρεάζουν σημαντικά τις αποφάσεις. Διαφωνούμε κάθετα με αυτή τη συμπερίληψη. Δεν μπορεί να «βάφονται» πράσινα το ορυκτό φυσικό αέριο και η πυρηνική ενέργεια.

Print Friendly, PDF & Email